ορισμός της μετάδοσης

Η μετάδοση νοείται ως η πράξη της μετάδοσης. Μια μετάδοση είναι η μεταφορά ενέργειας, κυμάτων ή πληροφοριών από ένα σημείο εκκίνησης σε ένα διαφορετικό σημείο άφιξης, και αυτό που μεταδίδεται κατά μήκος της πορείας μπορεί να αλλάξει ή όχι. Οποιαδήποτε διαδικασία μετάδοσης περιλαμβάνει κίνηση και αυτό μπορεί να συμβεί εθελοντικά ή ακούσια με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, με κάποιες μηχανικές μεταδόσεις, άλλες ηλεκτρικές, άλλες που σχετίζονται με την επικοινωνία και άλλες που σχετίζονται με την υγεία ή την υγιεινή.

Η έννοια της μετάδοσης συνεπάγεται πάντα τη μετάδοση ή τη διάδοση ενός μηνύματος σε έναν συγκεκριμένο τύπο κώδικα, που σχετίζεται με τη δραστηριότητα στην οποία ενεργεί. Η μετάδοση δεν περιορίζεται, επομένως, σε έναν αποκλειστικό τύπο παράδοσης αλλά μπορεί να πραγματοποιηθεί με πολλούς τρόπους. Κανονικά, όταν μιλάμε για μετάδοση, θεωρείται συνήθως η μετάδοση που πραγματοποιείται μέσω μέσων επικοινωνίας. Αυτό είναι το παράδειγμα της μετάδοσης ραδιοφωνικών ή τηλεοπτικών προγραμμάτων, καθώς και ομιλιών, αναφορών και αναγνώσεων (στην περίπτωση αυτή δεν είναι απαραίτητο για μια συσκευή να μεσολαβεί, αλλά η μετάδοση μπορεί να πραγματοποιηθεί αυτοπροσώπως). Σε αυτό το τελευταίο παράδειγμα, η μετάδοση του μηνύματος γίνεται με στοιχειώδη τρόπο, από άτομο σε άτομο.

Η μετάδοση μπορεί επίσης να σχετίζεται με χημικά, φυσικά ή βιολογικά ζητήματα. Γενικά, συνδέουμε την έννοια της μετάδοσης με τη θερμοκρασία, τη θερμότητα ή το κρύο, καθώς και με τη μετάδοση ορισμένων κυμάτων όπως τα μαγνητικά. Όταν υπάρχει η διαδικασία μετάδοσης κάποιου είδους ενέργειας, μπορεί να δοθεί μέσω κυμάτων.

Τέλος, όταν μιλάμε για μετάδοση, γίνεται επίσης αναφορά στο πέρασμα ασθενειών ή ιών που είναι επιθετικά για το άτομο και που εξελίσσονται σε διαφορετικές επιπλοκές. Η μετάδοση με αυτήν την έννοια αποκτά αρνητικό νόημα και πρέπει να ελέγχεται σωστά όχι μόνο από άτομα αλλά και από τους υπεύθυνους οργανισμούς.