ορισμός της μορφολογικής

Η λέξη μορφολογική είναι ένα επίθετο που χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε εκείνα τα στοιχεία, φαινόμενα ή καταστάσεις που έχουν σχέση με τη μορφολογία. Η μορφολογία είναι η μελέτη των σχημάτων που έχουν διαφορετικά πράγματα. Συνήθως, η μορφολογία χρησιμοποιείται σε δύο καλά διαφοροποιημένους τομείς: στη βιολογία, στη μελέτη του σώματος, στο σχήμα διαφορετικών ζωντανών οργανισμών και στη γλωσσολογία, για τη μελέτη και ανάλυση των λέξεων, των στοιχείων που έχουν, των μορφών και των δομών τους.

Στη συνέχεια, η μορφολογία θα είναι ό, τι αναφέρεται σε έναν από αυτούς τους δύο τομείς μελέτης. Όταν μιλάμε για κάτι που είναι μορφολογικό σε βιολογικό επίπεδο, τότε θα ασχοληθούμε με την επιστήμη που παρατηρεί και αναλύει τα διάφορα στοιχεία που αποτελούν το ιδιαίτερο σχήμα κάθε ζωντανού οργανισμού και ακόμη και κάθε ενός από τα μέρη του. Μελέτες βιολογικής μορφολογίας, για παράδειγμα, το σχήμα των άκρων στα ζωντανά όντα, το σχήμα του νευρικού συστήματος και το κύκλωμα του σε κάποιο είδος ζώου, το σχήμα των φύλλων ενός φυτού κ.λπ. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι καταχωρημένα και εντός των ορίων που θεωρούνται κανονικές παράμετροι, μπορεί να καθοριστεί ένας ορισμένος τύπος κανόνων που σε περίπτωση αλλαγών αναγνωρίζονται ως διαφορετικοί.

Η γλωσσική μορφολογία δρα με τον ίδιο τρόπο αλλά στο σύμπαν των λέξεων, με τις μορφές που έχουν σε ένα κείμενο. Η μορφολογία, σε αντίθεση με άλλους κλάδους γλωσσολογίας, δεν θα ενδιαφέρεται για την αφηρημένη έννοια των λέξεων, εάν όχι στη μορφή τους, στη δομή από την οποία συντίθεται μια λέξη, αλλά και σε μια πρόταση, μια παράγραφο και τέλος ένα κείμενο. Παραδείγματα πραγμάτων που μπορούν να μελετήσουν τη γλωσσική μορφολογία είναι, για παράδειγμα, οι μεταβολές που έχουν οι λέξεις ανάλογα με το φύλο στο οποίο αναφέρονται, ανάλογα με το αν είναι πληθυντικός ή ενικός, σε τόνους κ.λπ.