ορισμός της διδακτικής μονάδας

Με εντολή ενός πλαισίου διδασκαλίας, αυτή η έννοια αναφέρεται σε έναν ομαλό και προγραμματισμένο μαθησιακό χώρο, που χρησιμοποιείται γενικά στα πρώτα εκπαιδευτικά επίπεδα, όπως η προσχολική εκπαίδευση και η πρωτοβάθμια εκπαίδευση και χρησιμοποιείται ως ένα είδος σχεδιαστικού μέσου στο οποίο θα διευθετήσει θα γίνει κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, με την τελική και τελική πρόθεση να εγγυηθεί έναν επιστημονικό και συστηματοποιημένο σχεδιασμό όλων όσων θα γίνουν στη σχολική τάξη.

Η διδακτική μονάδα είναι ένα μοντέλο μάθησης που είναι ουσιαστικά συνδέεται με τις κονστρουκτιβιστικές θεωρίεςΌπως γνωρίζουμε, ακολουθούν το ρεύμα του κονστρουκτιβισμού που επιβεβαιώνει ότι η ανθρώπινη γνώση όλων των πραγμάτων είναι μια διανοητική διαδικασία του ατόμου που αναπτύσσεται εσωτερικά και καθώς το άτομο αλληλεπιδρά με το περιβάλλον του.

Εν τω μεταξύ, αποτελείται από τα ακόλουθα στοιχεία: Διδακτικοί στόχοι (η δήλωση των ικανοτήτων που πρέπει να επιτύχει ο μαθητής στο τέλος της ενότητας και που πρέπει να είναι συνεπής με τους γενικούς και τους στόχους αναφοράς), περιεχόμενα (εκείνες οι γνώσεις που οργανώνονται με αρμονικό τρόπο και που αναφέρονται ως έννοιες, διαδικασίες και στάσεις), δραστηριότητες (αυτά τα μέσα που θα επιτρέψουν την επίτευξη των προγραμματισμένων στόχων: συλλογή ιδεών, εισαγωγικές, αναπτυξιακές, σύνθετες και δραστηριότητες έκφρασης) εκτίμηση (από τα αποτελέσματα που ελήφθησαν).

Καλύπτουν συνήθως μια δεκαπενθήμερη ώρα, αν και είναι συνήθως προσαρμοσμένες στις ανάγκες εκείνου του χρόνου που απαιτεί η εν λόγω ομάδα.